Εβραϊκή συμβολή στην πολιτιστική, επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη του πολιτισμού.

Integral – Τετ, 16 Νοε 11, 22:59, 1716 αναγνώσεις

The purpose of this website is to provide an online resource that accurately describes the Jewish contribution to the cultural, scientific, and technological evolution of civilization.




Ashkenazi Jews, aka Ashkenazim, are the descendants of Jews originally from medieval Germany, and later, from throughout Eastern Europe. Approximately 80% of the Jews in the world today are Ashkenazim; the remainder are primarily Sephardic.
Their median IQ is calculated at 117 in From Chance to Choice: Genetics and Justice (2000), published by Cambridge University Press. This is 10 points higher than the generally-accepted IQ of their closest rivals—Northeast Asians—and almost 20% higher than the global average.

Other researchers who study the Ashkenazim have asserted an IQ number a trifle bit lower than 117, but all have agreed that these children of Abraham are on top of the IQ chart. Plus, contemplate this astounding tidbit: Ashkenazi “visual-spatial” test scores are typically lower than the norm; this means their abilities in the other two categories, language and math, are absolutely astounding.

I’m not asserting Ashkenazi cognitive specialness because I’m philo-semitic, or a Zionist, or pro-Israeli. I’m pointing it out because it is irrefutably true. People who can’t comprehend the easily understood data verifying high Ashkenazi IQ may not simply be anti-semitic; they must also be crippled in the math/logic zone of their inferior parietal cortex, with subsequent IQ in the ~85 range.

Here is a brief list of Ashkenazi accomplishments in the last 90 years.

Nobel Prizes: Since 1950, 29% of the awards have gone to Ashkenazim, even though they represent only 0.25% of humanity. Ashkenazi achievement in this arena is 117 times greater than their population.

Hungary in the 1930s: Ashkenazim were 6% of the population, but they comprised 55.7% of physicians, 49.2% of attorneys, 30.4% of engineers, and 59.4% of bank officers; plus, they owned 49.4% of the metallurgy industry, 41.6% of machine manufacturing, 72.8% of clothing manufacturing, and, as housing owners, they received 45.1% of Budapest rental income. Jews were similarly successful in nearby nations, like Poland and Germany.

USA (today): Ashkenazi Jews comprise 2.2% of the USA population, but they represent 30% of faculty at elite colleges, 21% of Ivy League students, 25% of the Turing Award winners, 23% of the wealthiest Americans, and 38% of the Oscar-winning film directors.

Israel: In 1922, this swamp and desert land was inhabited by a impoverished population of 752,000. Today there are 7,746,000 residents, with an Ashkenazi majority that have elevated it into a high-tech entrepreneurial nation with the highest per capita income in the region.


Check Mate: Chess historically has been a highly-favored activity among Ashkenazim; a 1905 magazine described it as the “Jewish National Game.” Almost 50% of Grandmasters have been Ashkenazi. The visual, organizational, and strategic skills required for chess build up the precuneus in the superior parietal lobe, and the caudate nucleus, a part of the basal ganglia in the subcortical region.

Melodic Minds: Music has been revered in Jewish religious traditions for 3,000 years. Klezmer “reached a very high level of sophistication and ornamentation,” according to the Jewish Music Institute, and Ashkenazi composers and instrumentalists contribute hugely to Western classical music (one history site declares, “The Jews ‘Own’ the Violin”). Have centuries of practice paid off? Researchers today believe music training optimizes neuron development and improves brain function in math, analysis, memory, creativity, stress management, concentration, motivation, and science.

Great Expectations: Success breeds success, on the neurological level. Victory provides a rush of dopamine, a neurotransmitter that activates motivation for further accomplishments. Ashkenazi children understand they are capable of high achievement, and they’re obliged to develop their skills for contribution to humanity. Is stern discipline necessary to produce these results? Ashkenazim have long discouraged spanking of their children; strong familial ties, incessant encouragement, and hard focused work at excellent institutions, seems to be sufficient.



Απαντήσεις – σελίδα 3 / 3

Quenall – Παρ, 18 Νοε 11, 01:19

HermanToothrotΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 22:22

ταυτισμενη λαλοΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 22:21

HermanToothrotΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 22:13

ταυτισμενη λαλοΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 22:12

HermanToothrotΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 22:03

ταυτισμενη λαλοΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 22:00

HermanToothrotΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 21:54

ταυτισμενη λαλοΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 21:52
γαμώ τους εβραίους

τι δουλεια κανει ο πατερας σου?

αιώνιος φοιτητής. γιατί;

αλλο θυμομουνα
ηθελα να πω γαμω τους μπατσους και φοβομουν μη σε προσβαλλω

γαμω τους μπατσους λοιπον

γιατί γαμάς τους μπάτσους; τι σχέση έχουν άραγε με τους εβραίους;

οταν ξανανοιξει το αουσβιτς θα εχουμε αλλες προτεραιοτητες

μην είσαι κακούλης...

εσυ μπαινεις σε ενα θεμα με τοσους επιφανεις εβραιους (απο τους οποιους δεν ξερεις κανεναν γιατι δεν μιλαει για μαγειρους και πλυστρες) και λες γαμω τους εβραιους και μετα εγω ειμαι ο κακουλης? :roll:

So? What are you going to do, talk me to death?

Integral – Παρ, 18 Νοε 11, 17:20

Η δημιουργία και η εξέλιξη του Διαδικτύου (Internet)

Leonard Kleinrock
(αποκαλείται και "πατέρας του Internet",λόγω της εργασίας του για τα δίκτυα packet-switching)
Paul Baran
Η έρευνα του Paul Baran για τα δίκτυα packet switching αποτέλεσε το θεμέλιο του σημερινού Διαδικτύου.
Robert Elliot (Bob) Kahn
TCP/IP Internet network protocol Co-Designer.
Κατά τις δεκαετίες του '50 και '60, ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του και οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν σε συνεχή στρατιωτικό και τεχνολογικό ανταγωνισμό με το αντίπαλο δέος, τη Σοβιετική Ένωση. Το 1955 ο Αμερικανός πρόεδρος Εisenhοwer ανακοίνωσε την πρόθεση της χώρας του να θέσει σε τροχιά γύρω από τη Γη έναν μικρό δορυφόρο, δίνοντας έτσι το σύνθημα για μία κούρσα για την κατάκτηση του Διαστήματος. Η κούρσα αυτή τερματίστηκε μόλις δύο χρόνια αργότερα, με την εκτόξευση του δορυφόρου Sputnik Ι στις 4 Οκτωβρίου 1957. Το πλήγμα που δέχθηκε το γόητρο των ΗΠΑ ήταν τόσο ισχυρό, ώστε για
πρώτη φορά μετά τη ρίψη της ατομικής βόμβας δεκατρία χρόνια νωρίτερα η χώρα ένιωσε τρωτή.

Το γεγονός αυτό τροφοδότησε τη στροφή της Αμερικής προς την τεχνολογία και σχεδόν αμέσως το Υπουργείο Άμυνας (Department οf Defense - DoD) ίδρυσε τον οργανισμό ARΡA (Adνanced Research Prοjects Agency), με σκοπό να συντονίσει και να προωθήσει την τεχνολογική έρευνα μεταξύ των διάφορων ερευνητικών ινστιτούτων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε όλη την επικράτειας της χώρας. Προτεραιότητα δόθηκε στην ανάπτυξη των υπολογιστών και της πληροφορικής, κλάδοι που είχαν μόλις εμφανιστεί αλλά παρουσίαζαν ήδη ισχυρή ανάπτυξη, με πολλά πειραματικά προγράμματα, λειτουργικά συστήματα και αρχιτεκτονικές πλατφόρμες.

Αρχικά, το ενδιαφέρον του ARΡΑ επικεντρώθηκε σε τεχνολογικά θέματα στρατιωτικού ενδιαφέροντος, που θα εξασφάλιζαν την εδαφική ακεραιότητα των ΗΠΑ, όπως η έρευνα για το Διάστημα, η βαλλιστική πυραύλων, η διεξαγωγή και παρακολούθηση πυρηνικών δοκιμών. Πολύ σύντομα μετατράπηκε στο σημαντικότερο ερευνητικό κέντρο στρατιωτικών θεμάτων, διαθέτοντας έναν τεράστιο προϋπολογισμό, προσλαμβάνοντας δεκάδες κορυφαίους επιστήμονες και προωθώντας τη συνεργασία με τα πιο αξιόλογα ερευνητικά εργαστήρια στη χώρα. Έτσι, η ανάγκη για συνεχή επικοινωνία και συνεργασία με ιδρύματα που βρίσκονταν διάσπαρτα σε διάφορες και αρκετά απέχουσες μεταξύ τους τοποθεσίες, οδήγησε αναπόφευκτα στην έρευνα στον τομέα των επικοινωνιών.
ARPANET: Η πρώτη καταγεγραμμένη περιγραφή ενός δικτύου κατά τα πρότυπα του σημερινού Ιnternet έγινε τον Αύγουστο του 1962 από τον J.C.R. Licklider του ΜΙΤ. Μέσω μία σειράς ανεπίσημων μηνυμάτων, ο Licklider περιέγραψε ένα παγκόσμιο δίκτυο συνδεδεμένων υπολογιστών που ονόμασε "Galactic Netwοrk". Μέσω αυτού, κάθε άνθρωπος θα είχε πρόσβαση σε δεδομένα και προγράμματα από οποιαδήποτε γεωγραφική περιοχή. Μόλις λίγους μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα στις 4 Οκτωβρίου 1962, ο οργανισμός ARΡΑ ξεκίνησε ένα νέο ερευνητικό πρόγραμμα με την ονομασία Defense Adνanced Research Ρrοjects Agency (DARΡA), τοποθετώντας ως επικεφαλής τον Jοhn Licklider. Κατά τη θητεία του στο πρόγραμμα αυτό, ο Licklider κατάφερε να πείσει και τους διαδόχους του Iνan Sυtherland, Βοb Τaylοr και Lawrence G.Rοberts, για τη σπουδαιότητα της ιδέας του δικτύου μεταξύ υπολογιστών.

Παράλληλα με τη θεωρητική σύλληψη του Διαδικτύου, ο Leοnard Kleinrock, που ήδη εργαζόταν για το ΑRΡΑ, ανέπτυσσε εναλλακτικούς τρόπους για την αποστολή δεδομένων. Θεώρησε ότι η διαδικασία κατάτμησης της αρχικής πληροφορίας σε "πακέτα", αποστολής τους ξεχωριστά και επανασύνδεσής τους στον τελικό προορισμό, ήταν περισσότερο συμφέρουσα και ευέλικτη από τη συμβατική πρακτική, που υπαγόρευε το "άνοιγμα" μίας και μοναδικής γραμμής και αποστολή της πληροφορίας μέσω αυτής. Η νέα μέθοδος πλεονεκτούσε στο ότι δεν βασιζόταν σε μία μόνο γραμμή για την αποστολή των δεδομένων, ενώ παράλληλα με την κατάτμηση των δεδομένων σε πακέτα γίνονταν δυσκολότερες η παρεμβολή και σύλληψη της αρχικής πληροφορίας. Τα δύο αυτά πλεονεκτήματα δημιουργούσαν ένα πιο αξιόπιστο και ασφαλές δίκτυο, οδηγώντας το Leοnard Κleinrοck στη δημοσίευση της πρώτης εργασίας του με θέμα την τεχνολογία "packet switching" τον Ιούλιο του 1964.

Κατά τα δύο επόμενα χρόνια, η έρευνα για την ανάπτυξη του πρώτου δικτύου επιταχύνθηκε και στα τέλη του 1966 ο νέος επικεφαλής του προγράμματος DARΡA, Lawrence G. Rοberts, παρουσίασε τα πρώτα σχέδια για το ΑRΡΑΝEΤ. Στο συνέδριο όπου ανακοίνωσε το γεγονός αυτό, έγινε προφανές ότι χωρίς να γνωρίζουν η μία για την έρευνα της άλλης, οι ομάδες έρευνας του ΜΙΤ, Νatiοnal Ρhysics Laboratοry και RAΝD Cοrpοratiοn, εργάζονταν ταυτόχρονα για την ανάπτυξη δικτύων ευρείας περιοχής (Wide Area Νetwοrks), και έτσι οι καλύτερες τεχνολογίες που είχαν ήδη αναπτυχθεί ενσωματώθηκαν στο σχεδιασμό του ΑRΡΑΝΕΤ.

Η τελική απαίτηση πριν από την υλοποίηση του δικτύου ήταν η ανάπτυξη του πρωτοκόλλου που uα επέτρεπε στους υπολογιστές την αποστολή και λήψη μηνυμάτων και δεδομένων, γνωστού και ως Ιnterface Μessage Ρrοcessοr (ΙΜΡ). Ο σχετικός διαγωνισμός έληξε τον Δεκέμβριο του 1968 και η εταιρεία που προσλήφθηκε για την ανάπτυξή του ήταν η Bolt Beranek and Νewman (ΒΒΝ). Τον Οκτώβριο του 1969 ήρθε, επιτέλους, η στιγμή για να δοκιμαστεί και στην πράξη η θεωρία των δικτύων. Σε υπολογιστές των Πανεπιστημίων UCLΑ και Stanfοrd εγκαταστάθηκαν IΜΡ και στόχος του πρώτου αυτού πειράματος ήταν η σύνδεση (lοgin) των φοιτητών του UCLA στους υπολογιστές του Stanford, η πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων του τελευταίου και η αποστολή πληροφοριών. Επειτα από ορισμένες αποτυχημένες προσπάθειες, η σύνδεση επιτεύχθηκε και το δίκτυο ΑRΡΑΝEΤ είχε μόλις δημιουργηθεί.

Μέχρι τον Δεκέμβριο του 1969 το δίκτυο αποτελούσαν τέσσερις συνολικά hosts, αφού στους αρχικούς υπολογιστές προστέθηκαν τα ερευνητικά κέντρα της Santa Βarbara και Utah. Κατά τους μήνες που ακολούθησαν, οι επιστήμονες εργάστηκαν για τη βελτιστοποίηση του λογισμικού και την επέκταση των δυνατοτήτων του δικτύου. Παράλληλα, τον Δεκέμβριο του 1970 το Νetwοrk Wοrking Group (ΝWG), υπό την εποπτεία του S.Crocker, ολοκλήρωσε το αρχικό πρωτόκολλο Host-to-Host οομαζόμενο Νetwοrk Cοntrοl Ρrοtοcοl (ΝCΡ), και η εγκατάστασή του σε ολόκληρο το δίκτυο επέτρεψε την παραγωγή των πρώτων εφαρμογών. Καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα, η ανάπτυξη του ΑRΡΑΝΕΤ ήταν συνεχής και τον Δεκέμβριο του 1971 το δίκτυό του συνέδεε 23 hosts μεταξύ τους.
ΑΠΟ ΤΟ ΑRΡΑΝΕΤ ΣΤΟ ΙΝΤΕRΝΕΤ: Τον Οκτώβριο του 1972 το ΑRΡΑΝΕΤ γνώρισε για πρώτη φορά τα φώτα της δημοσιότητας στο πλαίσιο του πρώτου Διεθνούς Συνεδρίου για Υπολογιστές και Επικοινωνίες (Internatiοnal Computer Cοmmunicatiοn Conference ICCC), που έγινε στην Ουάσινγκτον. Ο Robert Βοb Kahn, καθηγητής στο ΜΙΤ και μετέπειτα ερευνητής στην εταιρεία ΒΒΝ, οργάνωσε μία πολύ μεγάλη και επιτυχημένη παρουσίαση του δικτύου συνδέοντας υπολογιστές από σαράντα διαφορετικές τοποθεσίες.
Το επίτευγμα αυτό κέντρισε το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας και σύντομα έκαναν την εμφάνισή τους πολλά ακόμη δίκτυα. Στην επιτάχυνση της ανάπτυξης και διάδοσης του ΑRΡΑΝΕΤ συνέβαλε τα μέγιστα και η εφεύρεση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον Ray Τοmlinson. Σκοπός του Τοmlinsοn, που εργαζόταν στην εταιρεία ΒΒΝ, ήταν η διευκόλυνση των ερευνητών του ΑRΡΑΝΕΤ για τη μεταξύ τους επικοινωνία και συνεργασία, ενώ σύντομα ενσωμάτωσε στο βασικό πρόγραμμα αρκετές δυνατότητες που επέτρεπαν μία περιορισμένη διαχείριση των emails.

Το 1973 οι ερευνητές του ΑRΡΑ (Robert Bob Κahn), σε στενή συνεργασία με επιστήμονες από το Stanfοrd (Vint Cerf), ξεκίνησαν ένα νέο ερευνητικό πρόγραμμα με σκοπό την ανάπτυξη τεχνικών που θα επέτρεπαν τη σύνδεση ετερογενών δικτύων που βασίζονταν στην τεχνολογία packet switching. Το πρόγραμμα αυτό ονομάστηκε Internetting και το σύστημα δικτύων που προέκυψε από τη συγκεκριμένη έρευνα έγινε γνωστό ως Ιnternet. Έναν χρόνο αργότερα, ολοκληρώθηκε η ανάπτυξη μίας κοινής "γλώσσας" που θα επέτρεπε στα διαφορετικά αυτά δίκτυα να επικοινωνούν μεταξύ τους. Η γλώσσα αυτή έγινε γνωστή ως Τransmission Cοntrοl Ρrοtοcol/Internet Ρrοtοcol ή απλώς ΤCΡ/ΙΡ και η ανάπτυξή της σηματοδότησε μία κρίσιμη καμπή στην ανάπτυξη των δικτύων.

Ενα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του ΤCΡ/ΙΡ ήταν η ανοικτή αρχιτεκτονική του με τελικό σκοπό την υλοποίηση του οράματος του Licklider για το "Galactic Netwοrk". Έτσι, κάθε δίκτυο στο εσωτερικό του θα έπρεπε να μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα, χωρίς παράλληλα να τίθενται περιορισμοί και να απαιτούνται μετατροπές για τη συνεργασία του με το Internet. Επίσης, μέσα σε κάθε δίκτυο θα έπρεπε να υπάρχει κάποια πύλη (gateway), που θα επέτρεπε τη σύνδεσή του με τον "εξωτερικό κόσμο". Η πύλη αυτή θα ήταν ένας υπολογιστής αρκετά ισχυρός ώστε να ανταποκρίνεται στην κίνηση του δικτύου, ο οποίος θα
εκτελούσε το απαραίτητο λογισμικό που θα αναλάμβανε την αποστολή και λήψη των "πακέτων". Ταυτόχρονα, το λογισμικό θα έπρεπε να μη συγκρατεί πληροφορίες για τη διερχόμενη κίνηση, με τελικό στόχο τη μείωση του φόρτου εργασίας του υπολογιστή, την επιτάχυνση των δικτύων και την απομάκρυνση του κινδύνου ελέγχου και λογοκρισίας των διερχόμενων μηνυμάτων.

Ως προς τη λειτουργία του πρωτοκόλλου, ο σχεδιασμός του προέβλεπε την προώθηση των "πακέτων" διαμέσου της ταχύτερης διαδρομής, ενώ στην περίπτωση που κάποιος υπολογιστής είχε τεθεί εκτός λειτουργίας ή καθυστερούσε σημαντικά, τα "πακέτα" θα ακολουθούσαν εναλλακτικό δρόμο. Τέλος, μία εξίσου σημαντική αρχή του ΤCΡ/ΙΡ είναι ο χαρακτηρισμός του ως πρωτόκολλο best effοrt. Με απλά λόγια αυτό σήμαινε ότι σε περίπτωση που κάποιο "πακέτο" δεν έφτανε στον προορισμό του, τότε θα έπρεπε ο
αποστολέας να το ξαναστείλει αυτόματα.

Ένα σημαντικό σημείο στο οποίο θα πρέπει να σταθούμε είναι ότι το σύστημα αυτό σχεδιάστηκε για έναν κόσμο που βασιζόταν σε main­frames ιδιοκτησίας ορισμένων πολύ μεγάλων εταιρειών, κυβερνήσεων και πανεπιστημίων. Επομένως, το σύστημα θεωρούσε δεδομένο ότι το Ιnternet θα αποτελούνταν από ένα πολύ περιορισμένο αριθμό υπο-δικτύων, υπόθεση που στη συνέχεια ανατράπηκε. Ετσι, αν και το πρωτόκολλο ΤCΡ/ΙΡ πρωτοπαρουσιάστηκε κατά το έτος 1974, απαιτήθηκαν πολλές μετατροπές και επανασχεδιάσεις
μέχρις ότου ολοκληρωθεί και να γίνει συνολικά αποδεκτό. Μία από τις σημαντικότερες παραδοχές, που στη συνέχεια ξεπεράστηκαν από τις εξελίξεις, αφορούσε στη χωρητικότητα του συστήματος διευθύνσεων IΡ. Οι 32-bit διευθύνσεις χρησιμοποιούσαν τα πρώτα 8 bit για τη σήμανση του δικτύου και τα υπόλοιπα 24 bit για τον καθορισμό του συγκεκριμένου hοst στο δίκτυο. Οι ερευνητές είχαν την εποχή εκείνη υπόψη τους ένα μοντέλο Internet που θα λειτουργούσε σε εθνικό επίπεδο και θα συνέδεε έναν μικρό αριθμό δικτύων. Για το λόγο αυτόν, τα 256 δίκτυα που υποστήριζε και συνεχίζει να υποστηρίζει το σύστημα φαίνονταν να επαρκούν. Στη σημερινή εποχή, οι δεκάδες εκατομμύρια υπολογιστές που υπάρχουν δεν είναι δυνατόν να εξυπηρετηθούν κατά τον ίδιο τρόπο, και έτσι τη λύση υπόσχεται να δώσει το πρωτόκολλο IΡν6.

ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΤΕRΝΕΤ ΣΤΟΝ WWW: Η πλήρης υιοθέτηση του πρωτοκόλλου ΤCΡ/ΙΡ κατά το έτος 1980 επέτρεψετο διαχωρισμό του δικτύου ΑRΡΑΝΕΤ σε δύο ξεχωριστά δίκτυα και σηματοδότησε τη μετάβαση από το ΑRΡΑΝΕΤ στο Ιnternet. Έτσι το 1983 ένα μέρος του δικτύου αποσπάστηκε από το υπόλοιπο, σχηματίζοντας το δίκτυο ΜILΝΕΤ με σκοπό την υποστήριξη στρστιωτικών ερευνών και επιχειρήσεων. Το υπόλοιπο κομμάτι του δικτύου που αποτέλεσε την πρωταρχική μορφή του Internet παρέμεινε στη διάθεση της
επιστημονικής κοινότητας, που το χρησιμοποίησε για τους δικούς της ερευνητικούς σκοπούς. Δύο χρόνια αργότερα, το Internet γνώριζε ραγδαία ανάπτυξη και πέρα από την προφανή χρήση του από ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια, σχηματίστηκαν πολλές μικροκοινωνίες που το χρησιμοποιούσαν για επικοινωνία μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η δυνατότητα των emails να "ταξιδεύουν" διαμέ σου διαφορετικών δικτύων και συστημάτων κατέδειξε τη δυνατότητα χρήσης του ως ένα ευρύ μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας.

Σημαντικός σταθμός για την εξέλιξη του Ιnternet ήταν η εισαγωγή των Domain Νame Serνers (DΝS) το 1984. Μέχρι τότε, κάθε hοst που συνδεόταν με το δίκτυο αποκτούσε ένα συγκεκριμένο όνομα και το σύνολο των ονομάτων και διευθύνσεών τους είχε περιληφθεί σε μία λίστα την οποία οι χρήστες έπρεπε να συμβουλεύονται. Το νέο σύστημα επέτρεψε την ταξινόμηση των διευθύνσεων ανά χώρα, ενώ δημιούργησε και ορισμένες υποκατηγορίες dοmain για τις ΗΠΑ, όπως edυ (educatiοnal), cοm (cοmmercial) και gον (goνernment