Εβραϊκή συμβολή στην πολιτιστική, επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη του πολιτισμού.

Integral – Τετ, 16 Νοε 11, 22:59, 1977 αναγνώσεις

The purpose of this website is to provide an online resource that accurately describes the Jewish contribution to the cultural, scientific, and technological evolution of civilization.




Ashkenazi Jews, aka Ashkenazim, are the descendants of Jews originally from medieval Germany, and later, from throughout Eastern Europe. Approximately 80% of the Jews in the world today are Ashkenazim; the remainder are primarily Sephardic.
Their median IQ is calculated at 117 in From Chance to Choice: Genetics and Justice (2000), published by Cambridge University Press. This is 10 points higher than the generally-accepted IQ of their closest rivals—Northeast Asians—and almost 20% higher than the global average.

Other researchers who study the Ashkenazim have asserted an IQ number a trifle bit lower than 117, but all have agreed that these children of Abraham are on top of the IQ chart. Plus, contemplate this astounding tidbit: Ashkenazi “visual-spatial” test scores are typically lower than the norm; this means their abilities in the other two categories, language and math, are absolutely astounding.

I’m not asserting Ashkenazi cognitive specialness because I’m philo-semitic, or a Zionist, or pro-Israeli. I’m pointing it out because it is irrefutably true. People who can’t comprehend the easily understood data verifying high Ashkenazi IQ may not simply be anti-semitic; they must also be crippled in the math/logic zone of their inferior parietal cortex, with subsequent IQ in the ~85 range.

Here is a brief list of Ashkenazi accomplishments in the last 90 years.

Nobel Prizes: Since 1950, 29% of the awards have gone to Ashkenazim, even though they represent only 0.25% of humanity. Ashkenazi achievement in this arena is 117 times greater than their population.

Hungary in the 1930s: Ashkenazim were 6% of the population, but they comprised 55.7% of physicians, 49.2% of attorneys, 30.4% of engineers, and 59.4% of bank officers; plus, they owned 49.4% of the metallurgy industry, 41.6% of machine manufacturing, 72.8% of clothing manufacturing, and, as housing owners, they received 45.1% of Budapest rental income. Jews were similarly successful in nearby nations, like Poland and Germany.

USA (today): Ashkenazi Jews comprise 2.2% of the USA population, but they represent 30% of faculty at elite colleges, 21% of Ivy League students, 25% of the Turing Award winners, 23% of the wealthiest Americans, and 38% of the Oscar-winning film directors.

Israel: In 1922, this swamp and desert land was inhabited by a impoverished population of 752,000. Today there are 7,746,000 residents, with an Ashkenazi majority that have elevated it into a high-tech entrepreneurial nation with the highest per capita income in the region.


Check Mate: Chess historically has been a highly-favored activity among Ashkenazim; a 1905 magazine described it as the “Jewish National Game.” Almost 50% of Grandmasters have been Ashkenazi. The visual, organizational, and strategic skills required for chess build up the precuneus in the superior parietal lobe, and the caudate nucleus, a part of the basal ganglia in the subcortical region.

Melodic Minds: Music has been revered in Jewish religious traditions for 3,000 years. Klezmer “reached a very high level of sophistication and ornamentation,” according to the Jewish Music Institute, and Ashkenazi composers and instrumentalists contribute hugely to Western classical music (one history site declares, “The Jews ‘Own’ the Violin”). Have centuries of practice paid off? Researchers today believe music training optimizes neuron development and improves brain function in math, analysis, memory, creativity, stress management, concentration, motivation, and science.

Great Expectations: Success breeds success, on the neurological level. Victory provides a rush of dopamine, a neurotransmitter that activates motivation for further accomplishments. Ashkenazi children understand they are capable of high achievement, and they’re obliged to develop their skills for contribution to humanity. Is stern discipline necessary to produce these results? Ashkenazim have long discouraged spanking of their children; strong familial ties, incessant encouragement, and hard focused work at excellent institutions, seems to be sufficient.



Απαντήσεις – σελίδα 3 / 3

Quenall – Παρ, 18 Νοε 11, 01:19

HermanToothrotΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 22:22

ταυτισμενη λαλοΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 22:21

HermanToothrotΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 22:13

ταυτισμενη λαλοΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 22:12

HermanToothrotΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 22:03

ταυτισμενη λαλοΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 22:00

HermanToothrotΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 21:54

ταυτισμενη λαλοΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 21:52
γαμώ τους εβραίους

τι δουλεια κανει ο πατερας σου?

αιώνιος φοιτητής. γιατί;

αλλο θυμομουνα
ηθελα να πω γαμω τους μπατσους και φοβομουν μη σε προσβαλλω

γαμω τους μπατσους λοιπον

γιατί γαμάς τους μπάτσους; τι σχέση έχουν άραγε με τους εβραίους;

οταν ξανανοιξει το αουσβιτς θα εχουμε αλλες προτεραιοτητες

μην είσαι κακούλης...

εσυ μπαινεις σε ενα θεμα με τοσους επιφανεις εβραιους (απο τους οποιους δεν ξερεις κανεναν γιατι δεν μιλαει για μαγειρους και πλυστρες) και λες γαμω τους εβραιους και μετα εγω ειμαι ο κακουλης? :roll:

So? What are you going to do, talk me to death?

Integral – Παρ, 18 Νοε 11, 17:20

Η δημιουργία και η εξέλιξη του Διαδικτύου (Internet)

Leonard Kleinrock
(αποκαλείται και "πατέρας του Internet",λόγω της εργασίας του για τα δίκτυα packet-switching)
Paul Baran
Η έρευνα του Paul Baran για τα δίκτυα packet switching αποτέλεσε το θεμέλιο του σημερινού Διαδικτύου.
Robert Elliot (Bob) Kahn
TCP/IP Internet network protocol Co-Designer.
Κατά τις δεκαετίες του '50 και '60, ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του και οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν σε συνεχή στρατιωτικό και τεχνολογικό ανταγωνισμό με το αντίπαλο δέος, τη Σοβιετική Ένωση. Το 1955 ο Αμερικανός πρόεδρος Εisenhοwer ανακοίνωσε την πρόθεση της χώρας του να θέσει σε τροχιά γύρω από τη Γη έναν μικρό δορυφόρο, δίνοντας έτσι το σύνθημα για μία κούρσα για την κατάκτηση του Διαστήματος. Η κούρσα αυτή τερματίστηκε μόλις δύο χρόνια αργότερα, με την εκτόξευση του δορυφόρου Sputnik Ι στις 4 Οκτωβρίου 1957. Το πλήγμα που δέχθηκε το γόητρο των ΗΠΑ ήταν τόσο ισχυρό, ώστε για
πρώτη φορά μετά τη ρίψη της ατομικής βόμβας δεκατρία χρόνια νωρίτερα η χώρα ένιωσε τρωτή.

Το γεγονός αυτό τροφοδότησε τη στροφή της Αμερικής προς την τεχνολογία και σχεδόν αμέσως το Υπουργείο Άμυνας (Department οf Defense - DoD) ίδρυσε τον οργανισμό ARΡA (Adνanced Research Prοjects Agency), με σκοπό να συντονίσει και να προωθήσει την τεχνολογική έρευνα μεταξύ των διάφορων ερευνητικών ινστιτούτων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε όλη την επικράτειας της χώρας. Προτεραιότητα δόθηκε στην ανάπτυξη των υπολογιστών και της πληροφορικής, κλάδοι που είχαν μόλις εμφανιστεί αλλά παρουσίαζαν ήδη ισχυρή ανάπτυξη, με πολλά πειραματικά προγράμματα, λειτουργικά συστήματα και αρχιτεκτονικές πλατφόρμες.

Αρχικά, το ενδιαφέρον του ARΡΑ επικεντρώθηκε σε τεχνολογικά θέματα στρατιωτικού ενδιαφέροντος, που θα εξασφάλιζαν την εδαφική ακεραιότητα των ΗΠΑ, όπως η έρευνα για το Διάστημα, η βαλλιστική πυραύλων, η διεξαγωγή και παρακολούθηση πυρηνικών δοκιμών. Πολύ σύντομα μετατράπηκε στο σημαντικότερο ερευνητικό κέντρο στρατιωτικών θεμάτων, διαθέτοντας έναν τεράστιο προϋπολογισμό, προσλαμβάνοντας δεκάδες κορυφαίους επιστήμονες και προωθώντας τη συνεργασία με τα πιο αξιόλογα ερευνητικά εργαστήρια στη χώρα. Έτσι, η ανάγκη για συνεχή επικοινωνία και συνεργασία με ιδρύματα που βρίσκονταν διάσπαρτα σε διάφορες και αρκετά απέχουσες μεταξύ τους τοποθεσίες, οδήγησε αναπόφευκτα στην έρευνα στον τομέα των επικοινωνιών.
ARPANET: Η πρώτη καταγεγραμμένη περιγραφή ενός δικτύου κατά τα πρότυπα του σημερινού Ιnternet έγινε τον Αύγουστο του 1962 από τον J.C.R. Licklider του ΜΙΤ. Μέσω μία σειράς ανεπίσημων μηνυμάτων, ο Licklider περιέγραψε ένα παγκόσμιο δίκτυο συνδεδεμένων υπολογιστών που ονόμασε "Galactic Netwοrk". Μέσω αυτού, κάθε άνθρωπος θα είχε πρόσβαση σε δεδομένα και προγράμματα από οποιαδήποτε γεωγραφική περιοχή. Μόλις λίγους μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα στις 4 Οκτωβρίου 1962, ο οργανισμός ARΡΑ ξεκίνησε ένα νέο ερευνητικό πρόγραμμα με την ονομασία Defense Adνanced Research Ρrοjects Agency (DARΡA), τοποθετώντας ως επικεφαλής τον Jοhn Licklider. Κατά τη θητεία του στο πρόγραμμα αυτό, ο Licklider κατάφερε να πείσει και τους διαδόχους του Iνan Sυtherland, Βοb Τaylοr και Lawrence G.Rοberts, για τη σπουδαιότητα της ιδέας του δικτύου μεταξύ υπολογιστών.

Παράλληλα με τη θεωρητική σύλληψη του Διαδικτύου, ο Leοnard Kleinrock, που ήδη εργαζόταν για το ΑRΡΑ, ανέπτυσσε εναλλακτικούς τρόπους για την αποστολή δεδομένων. Θεώρησε ότι η διαδικασία κατάτμησης της αρχικής πληροφορίας σε "πακέτα", αποστολής τους ξεχωριστά και επανασύνδεσής τους στον τελικό προορισμό, ήταν περισσότερο συμφέρουσα και ευέλικτη από τη συμβατική πρακτική, που υπαγόρευε το "άνοιγμα" μίας και μοναδικής γραμμής και αποστολή της πληροφορίας μέσω αυτής. Η νέα μέθοδος πλεονεκτούσε στο ότι δεν βασιζόταν σε μία μόνο γραμμή για την αποστολή των δεδομένων, ενώ παράλληλα με την κατάτμηση των δεδομένων σε πακέτα γίνονταν δυσκολότερες η παρεμβολή και σύλληψη της αρχικής πληροφορίας. Τα δύο αυτά πλεονεκτήματα δημιουργούσαν ένα πιο αξιόπιστο και ασφαλές δίκτυο, οδηγώντας το Leοnard Κleinrοck στη δημοσίευση της πρώτης εργασίας του με θέμα την τεχνολογία "packet switching" τον Ιούλιο του 1964.

Κατά τα δύο επόμενα χρόνια, η έρευνα για την ανάπτυξη του πρώτου δικτύου επιταχύνθηκε και στα τέλη του 1966 ο νέος επικεφαλής του προγράμματος DARΡA, Lawrence G. Rοberts, παρουσίασε τα πρώτα σχέδια για το ΑRΡΑΝEΤ. Στο συνέδριο όπου ανακοίνωσε το γεγονός αυτό, έγινε προφανές ότι χωρίς να γνωρίζουν η μία για την έρευνα της άλλης, οι ομάδες έρευνας του ΜΙΤ, Νatiοnal Ρhysics Laboratοry και RAΝD Cοrpοratiοn, εργάζονταν ταυτόχρονα για την ανάπτυξη δικτύων ευρείας περιοχής (Wide Area Νetwοrks), και έτσι οι καλύτερες τεχνολογίες που είχαν ήδη αναπτυχθεί ενσωματώθηκαν στο σχεδιασμό του ΑRΡΑΝΕΤ.

Η τελική απαίτηση πριν από την υλοποίηση του δικτύου ήταν η ανάπτυξη του πρωτοκόλλου που uα επέτρεπε στους υπολογιστές την αποστολή και λήψη μηνυμάτων και δεδομένων, γνωστού και ως Ιnterface Μessage Ρrοcessοr (ΙΜΡ). Ο σχετικός διαγωνισμός έληξε τον Δεκέμβριο του 1968 και η εταιρεία που προσλήφθηκε για την ανάπτυξή του ήταν η Bolt Beranek and Νewman (ΒΒΝ). Τον Οκτώβριο του 1969 ήρθε, επιτέλους, η στιγμή για να δοκιμαστεί και στην πράξη η θεωρία των δικτύων. Σε υπολογιστές των Πανεπιστημίων UCLΑ και Stanfοrd εγκαταστάθηκαν IΜΡ και στόχος του πρώτου αυτού πειράματος ήταν η σύνδεση (lοgin) των φοιτητών του UCLA στους υπολογιστές του Stanford, η πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων του τελευταίου και η αποστολή πληροφοριών. Επειτα από ορισμένες αποτυχημένες προσπάθειες, η σύνδεση επιτεύχθηκε και το δίκτυο ΑRΡΑΝEΤ είχε μόλις δημιουργηθεί.

Μέχρι τον Δεκέμβριο του 1969 το δίκτυο αποτελούσαν τέσσερις συνολικά hosts, αφού στους αρχικούς υπολογιστές προστέθηκαν τα ερευνητικά κέντρα της Santa Βarbara και Utah. Κατά τους μήνες που ακολούθησαν, οι επιστήμονες εργάστηκαν για τη βελτιστοποίηση του λογισμικού και την επέκταση των δυνατοτήτων του δικτύου. Παράλληλα, τον Δεκέμβριο του 1970 το Νetwοrk Wοrking Group (ΝWG), υπό την εποπτεία του S.Crocker, ολοκλήρωσε το αρχικό πρωτόκολλο Host-to-Host οομαζόμενο Νetwοrk Cοntrοl Ρrοtοcοl (ΝCΡ), και η εγκατάστασή του σε ολόκληρο το δίκτυο επέτρεψε την παραγωγή των πρώτων εφαρμογών. Καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα, η ανάπτυξη του ΑRΡΑΝΕΤ ήταν συνεχής και τον Δεκέμβριο του 1971 το δίκτυό του συνέδεε 23 hosts μεταξύ τους.
ΑΠΟ ΤΟ ΑRΡΑΝΕΤ ΣΤΟ ΙΝΤΕRΝΕΤ: Τον Οκτώβριο του 1972 το ΑRΡΑΝΕΤ γνώρισε για πρώτη φορά τα φώτα της δημοσιότητας στο πλαίσιο του πρώτου Διεθνούς Συνεδρίου για Υπολογιστές και Επικοινωνίες (Internatiοnal Computer Cοmmunicatiοn Conference ICCC), που έγινε στην Ουάσινγκτον. Ο Robert Βοb Kahn, καθηγητής στο ΜΙΤ και μετέπειτα ερευνητής στην εταιρεία ΒΒΝ, οργάνωσε μία πολύ μεγάλη και επιτυχημένη παρουσίαση του δικτύου συνδέοντας υπολογιστές από σαράντα διαφορετικές τοποθεσίες.
Το επίτευγμα αυτό κέντρισε το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας και σύντομα έκαναν την εμφάνισή τους πολλά ακόμη δίκτυα. Στην επιτάχυνση της ανάπτυξης και διάδοσης του ΑRΡΑΝΕΤ συνέβαλε τα μέγιστα και η εφεύρεση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον Ray Τοmlinson. Σκοπός του Τοmlinsοn, που εργαζόταν στην εταιρεία ΒΒΝ, ήταν η διευκόλυνση των ερευνητών του ΑRΡΑΝΕΤ για τη μεταξύ τους επικοινωνία και συνεργασία, ενώ σύντομα ενσωμάτωσε στο βασικό πρόγραμμα αρκετές δυνατότητες που επέτρεπαν μία περιορισμένη διαχείριση των emails.

Το 1973 οι ερευνητές του ΑRΡΑ (Robert Bob Κahn), σε στενή συνεργασία με επιστήμονες από το Stanfοrd (Vint Cerf), ξεκίνησαν ένα νέο ερευνητικό πρόγραμμα με σκοπό την ανάπτυξη τεχνικών που θα επέτρεπαν τη σύνδεση ετερογενών δικτύων που βασίζονταν στην τεχνολογία packet switching. Το πρόγραμμα αυτό ονομάστηκε Internetting και το σύστημα δικτύων που προέκυψε από τη συγκεκριμένη έρευνα έγινε γνωστό ως Ιnternet. Έναν χρόνο αργότερα, ολοκληρώθηκε η ανάπτυξη μίας κοινής "γλώσσας" που θα επέτρεπε στα διαφορετικά αυτά δίκτυα να επικοινωνούν μεταξύ τους. Η γλώσσα αυτή έγινε γνωστή ως Τransmission Cοntrοl Ρrοtοcol/Internet Ρrοtοcol ή απλώς ΤCΡ/ΙΡ και η ανάπτυξή της σηματοδότησε μία κρίσιμη καμπή στην ανάπτυξη των δικτύων.

Ενα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του ΤCΡ/ΙΡ ήταν η ανοικτή αρχιτεκτονική του με τελικό σκοπό την υλοποίηση του οράματος του Licklider για το "Galactic Netwοrk". Έτσι, κάθε δίκτυο στο εσωτερικό του θα έπρεπε να μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα, χωρίς παράλληλα να τίθενται περιορισμοί και να απαιτούνται μετατροπές για τη συνεργασία του με το Internet. Επίσης, μέσα σε κάθε δίκτυο θα έπρεπε να υπάρχει κάποια πύλη (gateway), που θα επέτρεπε τη σύνδεσή του με τον "εξωτερικό κόσμο". Η πύλη αυτή θα ήταν ένας υπολογιστής αρκετά ισχυρός ώστε να ανταποκρίνεται στην κίνηση του δικτύου, ο οποίος θα
εκτελούσε το απαραίτητο λογισμικό που θα αναλάμβανε την αποστολή και λήψη των "πακέτων". Ταυτόχρονα, το λογισμικό θα έπρεπε να μη συγκρατεί πληροφορίες για τη διερχόμενη κίνηση, με τελικό στόχο τη μείωση του φόρτου εργασίας του υπολογιστή, την επιτάχυνση των δικτύων και την απομάκρυνση του κινδύνου ελέγχου και λογοκρισίας των διερχόμενων μηνυμάτων.

Ως προς τη λειτουργία του πρωτοκόλλου, ο σχεδιασμός του προέβλεπε την προώθηση των "πακέτων" διαμέσου της ταχύτερης διαδρομής, ενώ στην περίπτωση που κάποιος υπολογιστής είχε τεθεί εκτός λειτουργίας ή καθυστερούσε σημαντικά, τα "πακέτα" θα ακολουθούσαν εναλλακτικό δρόμο. Τέλος, μία εξίσου σημαντική αρχή του ΤCΡ/ΙΡ είναι ο χαρακτηρισμός του ως πρωτόκολλο best effοrt. Με απλά λόγια αυτό σήμαινε ότι σε περίπτωση που κάποιο "πακέτο" δεν έφτανε στον προορισμό του, τότε θα έπρεπε ο
αποστολέας να το ξαναστείλει αυτόματα.

Ένα σημαντικό σημείο στο οποίο θα πρέπει να σταθούμε είναι ότι το σύστημα αυτό σχεδιάστηκε για έναν κόσμο που βασιζόταν σε main­frames ιδιοκτησίας ορισμένων πολύ μεγάλων εταιρειών, κυβερνήσεων και πανεπιστημίων. Επομένως, το σύστημα θεωρούσε δεδομένο ότι το Ιnternet θα αποτελούνταν από ένα πολύ περιορισμένο αριθμό υπο-δικτύων, υπόθεση που στη συνέχεια ανατράπηκε. Ετσι, αν και το πρωτόκολλο ΤCΡ/ΙΡ πρωτοπαρουσιάστηκε κατά το έτος 1974, απαιτήθηκαν πολλές μετατροπές και επανασχεδιάσεις
μέχρις ότου ολοκληρωθεί και να γίνει συνολικά αποδεκτό. Μία από τις σημαντικότερες παραδοχές, που στη συνέχεια ξεπεράστηκαν από τις εξελίξεις, αφορούσε στη χωρητικότητα του συστήματος διευθύνσεων IΡ. Οι 32-bit διευθύνσεις χρησιμοποιούσαν τα πρώτα 8 bit για τη σήμανση του δικτύου και τα υπόλοιπα 24 bit για τον καθορισμό του συγκεκριμένου hοst στο δίκτυο. Οι ερευνητές είχαν την εποχή εκείνη υπόψη τους ένα μοντέλο Internet που θα λειτουργούσε σε εθνικό επίπεδο και θα συνέδεε έναν μικρό αριθμό δικτύων. Για το λόγο αυτόν, τα 256 δίκτυα που υποστήριζε και συνεχίζει να υποστηρίζει το σύστημα φαίνονταν να επαρκούν. Στη σημερινή εποχή, οι δεκάδες εκατομμύρια υπολογιστές που υπάρχουν δεν είναι δυνατόν να εξυπηρετηθούν κατά τον ίδιο τρόπο, και έτσι τη λύση υπόσχεται να δώσει το πρωτόκολλο IΡν6.

ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΤΕRΝΕΤ ΣΤΟΝ WWW: Η πλήρης υιοθέτηση του πρωτοκόλλου ΤCΡ/ΙΡ κατά το έτος 1980 επέτρεψετο διαχωρισμό του δικτύου ΑRΡΑΝΕΤ σε δύο ξεχωριστά δίκτυα και σηματοδότησε τη μετάβαση από το ΑRΡΑΝΕΤ στο Ιnternet. Έτσι το 1983 ένα μέρος του δικτύου αποσπάστηκε από το υπόλοιπο, σχηματίζοντας το δίκτυο ΜILΝΕΤ με σκοπό την υποστήριξη στρστιωτικών ερευνών και επιχειρήσεων. Το υπόλοιπο κομμάτι του δικτύου που αποτέλεσε την πρωταρχική μορφή του Internet παρέμεινε στη διάθεση της
επιστημονικής κοινότητας, που το χρησιμοποίησε για τους δικούς της ερευνητικούς σκοπούς. Δύο χρόνια αργότερα, το Internet γνώριζε ραγδαία ανάπτυξη και πέρα από την προφανή χρήση του από ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια, σχηματίστηκαν πολλές μικροκοινωνίες που το χρησιμοποιούσαν για επικοινωνία μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η δυνατότητα των emails να "ταξιδεύουν" διαμέ σου διαφορετικών δικτύων και συστημάτων κατέδειξε τη δυνατότητα χρήσης του ως ένα ευρύ μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας.

Σημαντικός σταθμός για την εξέλιξη του Ιnternet ήταν η εισαγωγή των Domain Νame Serνers (DΝS) το 1984. Μέχρι τότε, κάθε hοst που συνδεόταν με το δίκτυο αποκτούσε ένα συγκεκριμένο όνομα και το σύνολο των ονομάτων και διευθύνσεών τους είχε περιληφθεί σε μία λίστα την οποία οι χρήστες έπρεπε να συμβουλεύονται. Το νέο σύστημα επέτρεψε την ταξινόμηση των διευθύνσεων ανά χώρα, ενώ δημιούργησε και ορισμένες υποκατηγορίες dοmain για τις ΗΠΑ, όπως edυ (educatiοnal), cοm (cοmmercial) και gον (goνernmental). Με τον τρόπο αυτό, τα ονόματα των hosts μπορούσαν να απομνημονευτούν ευκολότερα, ενώ η διεύθυνση www.υcla.edυ, για παράδειγμα, αντιστοιχούσε αυτόματα στη διεύθυνση του ανάλογου hοst.

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε το 1987 στη δημιουργία της πρώτης εμπορικής εταιρείας για το Ιnternet, της UUΝΕΤ. Ακολούθησαν και άλλες εταιρείες, παρ' όλο που το Internet παρέμενε ακόνη ένας ιδιαίτερα δύσχρηστος χώρος και οι χρήστες θα έπρεπε να γνωρίζουν πολλές δυσνόητες εντολές. Η ταχύτητα μεταφοράς των πληροφοριών ήταν πολύ μικρή, η αναζήτησή τους πολύ δύσκολη και τα μόνα ελκυστικά στοιχεία του ήταν το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τα newsgrοuρs και οι λίστες μηνυμάτων (mailing lists). Ένα από τα σημαντικά αυτά προβλήματα ξεπεράστηκε το 1990, όταν το Πανεπιστήμιο ΜcGill Uniνersity δημιούργησε την πρώτη μηχανή
αναζήτησης που ονομάστηκε Αrchie.
η συνέχεια εδώ.

The co-invention of the Internet by Leonard Kleinrock, Paul Baran, and Robert Kahn. Together with
Kleinrock, Baran, and Kahn, Donald Davies, Vinton Cerf, and Lawrence Roberts are the six individuals most
frequently cited as principal inventors of the Internet. Kleinrock, Kahn, Roberts, and Cerf were awarded the
US National Academy of Engineering's half-million dollar Draper Prize9 in 2001 "for the development of the
Internet." Baran, Kleinrock, Davies, and Roberts received the first IEEE Internet Award in 2000 for "their early, preeminent contributions in conceiving, analyzing and demonstrating packet-switching networks, the
foundation technology of the Internet." Kahn and Baran received US National Medals of Technology in 1997
and 2007, respectively. Kleinrock was awarded the US National Medal of Science in 2007. Kahn and Cerf co-invented the TCP/IP protocol for integration of heterogeneous networks, which is the basis of the Internet's "inter-networking" architecture. They shared the 2004 ACM Turing Award for this work, and in 2005 each received the US Presidential Medal of Freedom.


Integral – Παρ, 18 Νοε 11, 21:41

McJoshepΠαρασκευή, 18 Νοε. 2011, 17:21
ωραιο θεμα :thumbup:

ανεπ και το αλλο σου ακκάουντ
fail troll με τον goebbels για αβαταρ.


TheSmileyIcon – Παρ, 18 Νοε 11, 22:18

dm36_againΠέμπτη, 17 Νοε. 2011, 12:42
Έχουν μια σεβαστή προσφορά στην επιστήμη :thumbup:

όσο και οι μαιμούδες στην εξέλιξη.

Integral – Σαβ, 19 Νοε 11, 15:46

Το Νόμπελ Χημείας 2004 απονεμήθηκε για την ανακάλυψη της πρωτεϊνικής αποδόμησης.
και οι τρείς Εβραίοι:

Aaron Ciechanover
Πήρε το ντοκτορά του το 1981. Εργάζεται ως καθηγητής Βιοχημείας στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο του Ισραήλ

Avram Hershko
Ζει και εργάζεται σαν καθηγητής στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο του Ισραήλ. Έχει πάρει το ντοκτορά του το 1969.

Irwin Rose
είναι από τη Νέα Υόρκη, όπου γεννήθηκε το 1926. Πήρε το ντοκτορά του το 1952 στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και είναι ειδικός στο Τμήμα Φυσιολογίας και Βιοφυσικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Irvine.

Οι πρωτεΐνες βοηθούν στην ανάπτυξη όλων των έμβιων οργανισμών: φυτά, ζώα και επομένως εμάς τους ανθρώπους. Στο παρελθόν η βιοχημεία, με ζωή λίγων δεκαετιών, πέρασε αρκετό χρόνο μέχρι να εξηγήσει με ποιο τρόπο το κύτταρο παράγει όλες τις πρωτεΐνες του. Αλλά το πως αποδομούνται οι πρωτεΐνες, δεν υπήρχαν και τόσοι πολλοί ερευνητές να ενδιαφερθούν. Οι Aaron Ciechanover, Avram Hershko και Irwin Rose πήγαν ενάντια σε αυτό το ρεύμα και στην αρχή της δεκαετίας του '80 ανακάλυψαν μια από τις σημαντικότερες κυκλικές διαδικασίες του κυττάρου, τη ρυθμιζόμενη πρωτεϊνική αποδόμηση. Για αυτή τους την ανακάλυψη, ανταμείβονται από κοινού με το φετινό βραβείο Νόμπελ στη Χημεία.

Το ανθρώπινο κύτταρο περιέχει περίπου εκατό χιλιάδες διαφορετικές πρωτεΐνες. Αυτές έχουν πολυάριθμες σημαντικές λειτουργίες: ως επιταχυντές των χημικών αντιδράσεων υπό μορφή ενζύμων, ως ουσίες σήματα υπό μορφή ορμονών, ως σημαντικοί δράστες στο ανοσοποιητικό μας σύστημα και υπεύθυνες ενώσεις για το σχηματισμό και τη δομή του κυττάρου.

Οι Aaron Ciechanover, Avram Hershko και Irwin Rose μας βοήθησαν να συνειδητοποιήσουμε ότι το κύτταρο λειτουργεί ως ένας ιδιαίτερα αποδοτικός σταθμός ελέγχου, όπου οι πρωτεΐνες αναπτύσσονται, ζουν ένα ορισμένο χρονικό διάστημα και μετά αποδομούνται με ένα έντονο ρυθμό. Η ανακύκλωση των πρωτεϊνών επιτρέπει στο κύτταρο να αντικαθιστά ελαττωματικές πρωτεΐνες και να αλλάζει την πρωτεϊνική του σύσταση ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες περιβαλλοντικές συνθήκες.

Από παλιά όμως ήταν γνωστά διάφορα απλά ένζυμα για την αποδόμηση των πρωτεϊνών. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η τρυψίνη, που στο λεπτό έντερο αποδομεί τις πρωτεΐνες που βρίσκονται στις τροφές σε αμινοξέα. Επιπλέον, υπάρχει ένα οργανίδιο στα κύτταρα, το λυσόσωμα, στο οποίο απορροφώνται οι πρωτεΐνες και είχε μελετηθεί από καιρό. Το κοινό για αυτές τις διαδικασίες είναι ότι δεν απαιτούν καμιά ενέργεια προκειμένου να λειτουργήσουν.

Πειράματα από τη δεκαετία '50, εντούτοις, έδειξαν ότι η διάσπαση των πρωτεϊνών του κυττάρου απαιτεί ενέργεια. Αυτό μπέρδευε τους ερευνητές, και είναι ακριβώς αυτό το παράδοξο που κρύβεται πίσω από το φετινό βραβείο Νόμπελ στη Χημεία: ότι η αποδόμηση των πρωτεϊνών μέσα στο κύτταρο απαιτεί ενέργεια, ενώ άλλη πρωτεϊνική αποδόμηση πραγματοποιείται χωρίς πρόσθετη ενέργεια.

Το πρώτο βήμα για την εξήγηση αυτής της πρωτεϊνικής υποβάθμισης, που χρειάζεται ενέργεια, έγινε από τον Goldberg και τους συναδέλφους του όταν το 1977 παρήγαγαν ένα απόσπασμα από τα ανώριμα ερυθρά αιμοσφαίρια, τα οποία καταλύουν την αποδόμηση των ανώμαλων πρωτεϊνών με έναν τρόπο εξαρτώμενο από το ATP (ATP = τριφωσφορικό άλας της αδενοσίνης ή ενεργειακό νόμισμα του κυττάρου).

Η εργασία των τριών νομπελιστών

Χρησιμοποιώντας ένα τέτοιο απόσπασμα οι Aaron Ciechanover, Avram Hershko και Irwin Rose, προς το τέλος της δεκαετίας του '70 και στις αρχές της δεκαετίας του '80 για βιοχημικές μελέτες, πέτυχαν να δείξουν ότι η πρωτεϊνική αποδόμηση στα κύτταρα πραγματοποιείται με μία σειρά σταδιακών αντιδράσεων που οδηγούν στην αποδόμηση αυτών των πρωτεϊνών που είναι μαρκαρισμένες με το πολυπεπτίδιο ουβικιτίνη.

Η αποδόμηση όμως δεν γίνεται αδιάκριτα αλλά πραγματοποιείται μέσω μιας διαδικασίας που κάνει λεπτομερή έλεγχο, έτσι ώστε οι πρωτεΐνες να διασπώνται όταν κάποια στιγμή παραλάβουν μια ειδική μοριακή ετικέτα, κάτι σαν το 'φιλί του θανάτου'. Όταν οι πρωτεΐνες ειδοποιούνται με την άφιξη αυτών των μορίων για την αποδόμηση τους, αποβάλλονται σε ορισμένες περιοχές των κυττάρων που περιέχουν κυτταρικά απόβλητα, το λεγόμενο πρωτεάσωμα, όπου εκεί τεμαχίζονται σε μικρά κομμάτια και καταστρέφονται.

Η ουβικιτίνη - ένα συνηθισμένο πολυπεπτίδιο - που συμμετέχει με το 'φιλί του θανάτου' στην αναγνώριση της πρωτεϊνης που πρόκειται να διασοαστεί.

Η ειδοποιητήρια ετικέτα αποτελείται από το πολυπεπτίδιο ubiquitin ή ουβικιτίνη. Αυτό κολλάει στην πρωτεΐνη που πρόκειται να καταστραφεί, το συνοδεύει στο πρωτεάσωμα όπου εκεί αναγνωρίζεται όπως το κλειδί σε μια κλειδαριά, και δίνει έτσι το σήμα ότι μια πρωτεΐνη είναι για αποδόμηση και διάλυση. Λίγο προτού η πρωτεΐνη συμπιεστεί στο πρωτεάσωμα, η ετικέτα-μόριο ουβικιτίνη έχει αποσυνδεθεί από την πρωτεΐνη της για να επαναχρησιμοποιηθεί.

Τρισδιάστατο μοντέλο του πρωτεασώματος, του κυτταρικού οργανιδίου όπου καταστρέφονται οι άχρηστες πρωτεΐνες

Χάρις την εργασία των τριών νομπελιστών είναι τώρα δυνατό να γίνει κατανοητό σε μοριακό επίπεδο με ποιο τρόπο το κύτταρο ελέγχει διάφορες κεντρικές διαδικασίες αποδομώντας ορισμένες συγκεκριμένες πρωτεΐνες και όχι άλλες. Παραδείγματα τέτοιων διαδικασιών που ελέγχονται από το ενδιάμεσο μόριο ουβικιτίνη για την πρωτεϊνική διάσπαση είναι η κυτταροδιαίρεση, η επισκευή του DNA, ο ποιοτικός έλεγχος των πρόσφατα παραγόμενων πρωτεϊνών, και σημαντικά μέρη της άμυνας του οργανισμού με αντισώματα.

Όταν η διάσπαση των πρωτεϊνών δεν λειτουργεί σωστά, αρρωσταίνουμε. Ο αυχενικός καρκίνος και η κυστική ίνωση είναι δύο τέτοια παραδείγματα. Η καλή γνώση της μεσολαβούσης ουσίας ουβικιτίνης για την πρωτεϊνική διάσπαση προσφέρει μια ευκαιρία να αναπτυχθούν φάρμακα ενάντια σε αυτές τις ασθένειες.


Διαγραμμένη απάντηση από: Aλμάνιακ – Σαβ, 19 Νοε 11, 15:47

Integral – Σαβ, 19 Νοε 11, 16:24

Αμερικανός(Εβραίος) κέρδισε το Νόμπελ Χημείας 2006 για τις μελέτες της μοριακής βάσης της μεταγγραφής των γονιδίων.
Roger David Kornberg

Ο αμερικανός Roger Kornberg, 59 ετών σήμερα και γιος ενός άλλου νομπελίστα, κέρδισε το Νόμπελ Χημείας του 2006 γιατί έδειξε πώς αντιγράφονται οι γονιδιακές πληροφορίες στα ευκαριωτικά κύτταρα, μια διαδικασία βασική στους βιολογικούς μηχανισμούς. Είναι ένας μηχανισμός για την ίδια την ανάπτυξη των κυττάρων, άρα και για την ίδια τη ζωή. Εάν δεν λειτουργεί η διαδικασία αντιγραφής πεθαίνουμε ή αρρωσταίνουμε, τόνισε ο Per Ahlberg, ένα μέλος της Επιτροπής Νόμπελ για τη Χημεία.

Συγκεκριμμένα η ανακάλυψη του Kornberg έδειξε πώς το DNA, που έχει περιγραφεί ως σιωπηλός χάρτης, "διαβάζεται" από το RNA και μετατρέπεται σε μια πρωτεΐνη μέσα σε ένα κύτταρο. Αξιοποιώντας την σύγχρονη κρυσταλλογραφία Kornberg ουσιαστικά φωτογράφισε τη δημιουργία του RNA από το DNA σε τέτοια ανάλυση ώστε να είναι δυνατόν να μελετηθούν οι αλληλεπιδράσεις των μορίων, που εμπλέκονται στη μεταγραφή.

Ήταν δε το τρίτο Νόμπελ που δόθηκε σε αμερικανούς φέτος, μετά το Νόμπελ Ιατρικής και Φυσικής, ενώ ήταν ο 5ος αμερικανός που βραβεύεται το 2006. Tο 2004, επτά στους 10 βραβευθέντες των Nόμπελ Ιατρικής, Φυσικής, Χημείας και Οικονομίας ήταν Αμερικανοί, ενώ κατά το 2005, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν πέντε στους δέκα.

Ο Kornberg, μέλος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, διαλεύκανε έναν βασικό μηχανισμό με τον οποίο τα κύτταρα παράγουν πρωτεΐνες με βάση τις πληροφορίες των γονιδίων. Επί 20 χρόνια, ο Kornberg μελετούσε τη "μοριακή βάση της ευκαρυωτικής μετεγγραφής", αναφέρει η ανακοίνωση της Ακαδημίας.

Η μεταγραφή των πληροφοριών, που είναι γραμμένες στα γονίδια, για την παραγωγή των πρωτεϊνών γίνεται πρώτα με την αντιγραφή τους σε μόρια mRNA με σκοπό να μεταφερθούν έξω από τον πυρήνα του κυττάρου.. Οι μελέτες του αφορούν την ομάδα των ευκαρυωτικών οργανισμών, όπως είναι τα ζώα, τα φυτά και οι μύκητες που διαθέτουν κυτταρικό πυρήνα, ενώ τα βακτήρια που δεν έχουν πυρήνα είναι προκαρυωτικοί οργανισμοί.

Μόλις το 2001, ο Kornberg δημοσίευσε κρυσταλλογραφικές εικόνες της μεταγραφής εν δράσει, τόσο λεπτομερείς ώστε διακρίνονται ακόμα και μεμονωμένα άτομα.

Αν η διαδικασία της μεταγραφής δεν γίνει σωστά (οι γνωστές διαταραχές αντιγραφής) τότε έχουμε πολλές ασθένειες, όπως είναι ο καρκίνος, οι καρδιοπάθειες και ορισμένες φλεγμονές. Οι επιστήμονες αναμένεται να αξιοποιήσουν τις γνώσεις που αποκτήθηκαν από την εργασία του για να ανοίξει ο δρόμος για νέες θεραπείες, όπως είναι με τα βλαστικά κύτταρα. Επίσης, ανοίγει ο δρόμος για φάρμακα για ασθένειες που προκύπτουν από μεταγραφικές δυσλειτουργίες (καρκίνος αλλά και ορισμένες καρδιοπάθειες), αντίδοτα για ουσίες που σκοτώνουν αναστέλλοντας τη μεταγραφή (όπως αυτές που υπάρχουν σε δηλητηριώδη μανιτάρια), όπως επίσης και για τον έλεγχο της μεταγραφής στα βλαστικά κύτταρα. Η τελευταία αυτή εφαρμογή θα μπορούσε να είναι ανυπολόγιστης αξίας, καθώς στα βλαστικά κύτταρα έχουν εναποτεθεί οι ελπίδες μας για τη θεραπεία πολλών ασθενειών, από τον διαβήτη ως τις νευροεκφυλιστικές νόσους και από τις ηπατοπάθειες ως τις οφθαλμικές παθήσεις.

Το βραβείο του Kornberg ήρθε μετά από 47 χρόνια αφότου ο πατέρας του Αρθούρος δέχτηκε το Νόμπελ Ιατρικής του 1959 για την εργασία πάνω στα γονίδια. Δηλαδή, για μελέτες για το πώς οι γενετικές πληροφορίες μεταδίδονται από ένα μόριο DNA σε ένα άλλο, εξασφαλίζοντας έτσι ότι το DNA θα διπλασιαστεί πριν από τη διαίρεση του κυττάρου με τρόπο ώστε τα δύο θυγατρικά κύτταρα να διαθέτουν και πάλι ολόκληρη τη γενετική πληροφορία. Ο αδελφός του Thomas Kornberg είναι αναπτυξιακός βιολόγος στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο.

Επίσης, είναι το όγδοο ζευγάρι γονέα - παιδιού που βραβεύεται με Νόμπελ συνεχίζοντας έτσι την οικογενειακή παράδοση των επιστημονικών βραβείων. Συνολικά, έξι ζευγάρια πατεράδων - γιων, δύο ζευγάρια μητέρων - κοριτσιών, τέσσερα παντρεμένα ζευγάρια και δύο αδέρφια έχουν τιμηθεί με Νόμπελ από τότε που ξεκίνησε ο θεσμός το 1901.

Άλλα διάσημα ζευγάρια είναι ο Πιερ Kιουρί και η κόρη του Iρέν, που κέρδισαν βραβεία Nόμπελ Φυσικής και Xημείας αντίστοιχα, ενώ η Mαρί Kιουρί, σύζυγος του Πιερ και η μητέρα της Iρέν βραβεύτηκε με δύο Nόμπελ, της Xημείας και της Φυσικής.

Ο σουηδός εκπρόσωπος της Ακαδημίας Επιστημών για τη Χημεία, ανέφερε ότι δεν εξεπλάγη για τα βραβεία που σαρώνουν οι Αμερικανοί, γιατί σε δύο πράγματα η Ευρώπη υπολείπεται της Αμερικής: στις φιλοδοξίες και τα κονδύλια. "Ένα σύστημα επιχορηγήσεων μέσα στο οποίο μπορείς να επιζήσεις κάνοντας επιστήμη, χωρίς καμία δημοσίευση για μακρά χρονική περίοδο, δεν είναι βεβαίως αυτό που έχουμε στη Σουηδία και πιθανώς και σε άλλες χώρες", επεσήμανε.

"Πέρα από το μέγεθος της κρατικής οικονομικής ενίσχυσης στην επιστήμη, πρέπει να λάβουμε υπόψη το μέγεθος του ανθρώπινου δυναμικού", δήλωσε για το ίδιο θέμα ο φετινός νικητής του βραβείου Νόμπελ Χημείας, Roger Kornberg. "Υπάρχουν πολλοί εξαιρετικοί επιστήμονες, όπως γνωρίζετε και αλλού. Αλλά ο αριθμός τους στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πολύ μεγάλος".

Το βραβείο περιλαμβάνει ένα χρυσό μετάλλιο και μια επιταγή 10 εκατομμυρίων σουηδικών κορωνών, περίπου 1,1 εκατομμύρια ευρώ. Θα απονεμηθούν στη διάρκεια τελετών στη Στοκχόλμη και το Όσλο στις 10 Δεκεμβρίου.


Integral – Κυρ, 20 Νοε 11, 15:26

Βραβείο Νομπέλ Φυσικής 2011

Saul Perlmutter
Adam Riess
Το βραβείο Νομπέλ Φυσικής 2011 απονέμεται: μισό στον Saul Perlmutter (του προγράμματος Κοσμολογίας Σουπερνόβα, στο Lawrence Berkeley National Laboratory και στο Berkeley στην California), και το άλλο μισό μοιράζονται ο Brian P. Smith (της ερευνητικής ομάδας Σουπερνόβα υψηλού-z στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Αυστραλίας) και ο Adam G. Riess (της ομάδας Σουπερνόβα υψηλού-z στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins και το Space Telescope Science Institute, στη Βαλτιμόρη).

Οι επιστήμονες αυτοί ξαναϋπολόγισαν τον ρυθμό διαστολής του σύμπαντος στο μακρινό παρελθόν. Αντί να αναλύσουν τους μεταβλητούς Κηφείδες, όπως έκανε ο Χαμπλ στη δεκαετία του 20, άρχισαν να μελετούν τους υπερκαινοφανείς (supernova) γαλαξιών, δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά – το φως τους είχε εκπεμφθεί δισεκατομμύρια έτη πριν. Εξέτασαν υπερκαινοφανείς τύπου Ια (θεωρούνται ιδεώδεις για απόλυτα κηρία) και απέδειξαν ότι η διαστολή του σύμπαντος επιταχύνεται.
Mε ένα κλικ μπορείτε να δείτε μια προσομοίωση της έκρηξης ενός σουπερνόβα που παρατηρήθηκε στον γαλαξία Α του Κενταύρου. Η εικόνα αριστερά δείχνει πως εξελίσσεται η λαμπρότητα ενός σουπερνόβα. Το πάνω δεξιά γράφημα δείχνει αυτή τη λαμπρότητα σαν συνάρτηση του χρόνου και το γράφημα κάτω δεξιά δείχνει πως μεταβάλλεται το φάσμα του σουπερνόβα κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου. Το ύψος κάθε χρώματος στη γραφική παράσταση είναι ανάλογο της έντασης του κάθε χρώματος.

Όμως αυτή η διαπίστωση δεν συμφωνούσε με καμία τιμή του Ω που μετράει την μέση πυκνότητα της ύλης στο σύμπαν. Ο μόνος τρόπος για να συμφωνήσουν οι παρατηρήσεις με τη θεωρία, ήταν να επαναεισαχθεί η κοσμολογική σταθερά Λ, η ενέργεια του κενού που είχε θεωρήσει κάποτε ο Einstein στα πλαίσια της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας (εξίσωση Εinstein: Guv + Λ guv = Tuv , αργότερα το μετάνιωσε λέγοντας μάλιστα πως ήταν η “μεγαλύτερη γκάφα” που έκανε στη ζωή του).
Η μεγαλύτερη γκάφα του Einstein επανήλθε στο προσκήνιο εξαιτίας των σημερινών βραβευθέντων με το Nobel Φυσικής 2011. Ο Brian Smith θυμάται: “Όσο κι αν δεν το πίστευα, είχαμε ελέγξει τα πάντα …. δίσταζα να το ανακοινώσω, γιατί πραγματικά φοβόμουν ότι θα μας λιντσάριζαν”. Σύμφωνα με τον E. Witten του Ινστιτούτου Ανωτέρων Μελετών του Πρίνστον ήταν “το πιο παράξενο πειραματικό εύρημα από τότε που άρχισε να ασχολείται με τη Φυσική”
Η σχετιζόμενη με την κοσμολογική σταθερά Λ ενέργεια, ονομάστηκε από τους κοσμολόγους σκοτεινή ενέργεια.
Το σύμπαν συνίσταται κυρίως από σκοτεινή ενέργεια. Η σκοτεινή ύλη και η γνωστή μας ύλη αποτελούν θλιβερή μειοψηφία


το_κατι_αλλο – Κυρ, 20 Νοε 11, 16:21

O_PrimeΤετάρτη, 16 Νοε. 2011, 23:24
oi ravinoi einai katharmata

efamila twn dikwn mas despotadwn

κλεβουμε quotes και απο πετροπουλο τωρα? ε? ε? ^^

Integral – Δευ, 21 Νοε 11, 00:43

Το Βραβείο Κιότο (京都賞) απονέμεται κάθε χρόνο απο το 1985 από το Inamori Foundation το οποίο ίδρυσε ο Kazuo Inamori.Είναι ένα ιαπωνικό βραβείο παρόμοιο σε πρόθεση με το βραβείο Νόμπελ,καθώς αναγνωρίζει εξαιρετικά έργα στους τομείς της φιλοσοφίας,των τεχνών,της επιστήμης και της τεχνολογίας.Τα βραβεία απονέμονται όχι μόνο σε εκείνους που είναι κορυφαίοι εκπρόσωποι στον τομέα τους,αλλά και σε εκείνους που έχουν συνεισφέρει στην ανθρωπότητα με το έργο τους.

Παρακάτω αναφέρονται οι παραλήπτες του βραβείου του Κιότο οι οποίοι είναι Εβραίοι.

❖ADVANCED TECHNOLOGY (34% of recipients)

Morris Cohen (1987) (Materials Science)
John McCarthy (1988) (Computer Science and Engineering, Artificial intelligence)
Amos Joel, Jr. (1989) (Electronics, Telecommunications, Lasers and Control Engineering)
Sydney Brenner (1990) (Biotechnologies (Molecular Genetics, Cellular and Developmental Biology, Cancer Research, Application of Biological Function, etc.)
Michael Szwarc (1991) (Materials Science and Engineering)
Stanley Mazor (1997) (Electronics)
Zhores Alferov (2001) (Electronics)
Morton Panish (2001) (Electronics)
Leonard Herzenberg (2006) (Biotechnology and Medical Technology)
Richard Karp (2008) (Information Science)
John Cahn (2011) (Materials Science and Engineering)

❖BASIC SCIENCES (21% of recipients)

Avram Noam Chomsky (1988) (Cognitive Science)
Izrail Gelfand (1989) (Mathematical Sciences)
André Weil (1994) (Mathematical Sciences)
Walter Munk (1999) (Earth and Planetary Sciences, Astronomy and Astrophysics)
Mikhael Leonidovich Gromov (2002) (Mathematical Sciences)
Simon Asher Levin (2005) (Biological Sciences (Evolution, Behavior, Ecology, Environment))

❖ARTS AND PHILOSOPHY (19% of recipients)

Sir Peter Brook (1991) (Theater, Cinema)
Karl Raimund Popper (1992) (Philosophy (Philosophical thoughts of the 20th century)
Roy Lichtenstein (1995) (Arts (Painting, Sculpture))
György Ligeti (2001) (Music)
William Kentridge (2010) (Arts (Painting, Sculpture, Craft, Architecture, Design))


HermanToothrot – Δευ, 21 Νοε 11, 00:57

ρε φιλε σε εχω ρωτησει κατι απο την πρωτη σελιδα και δεν μου εχεις απαντησει
εισαι εβραιος?

Κ.Δ.Ω.Α warriors
καντε τακλιν στην καρωτιδα του τυπου που κανει ζαπινγκ

TheSmileyIcon – Δευ, 21 Νοε 11, 05:57

HermanToothrotΔευτέρα, 21 Νοε. 2011, 00:57
ρε φιλε σε εχω ρωτησει κατι απο την πρωτη σελιδα και δεν μου εχεις απαντησει
εισαι εβραιος?

όντως το παιδί είναι σαπουνι

Peacemaker To Prezaki – Δευ, 21 Νοε 11, 07:57

mas exoun kataklisei einai pantou trigirw mas

karaflos ekdikitis

Integral – Δευ, 21 Νοε 11, 23:33

Εβραίος Karl Landsteiner , βραβευμένος με Νόμπελ Ιατρικής 1930 για την ανακάληψη των ομάδων του αίματος.

+ Εβραίοι:
Alexander Solomon Wiener (Βραβευμένος με Βραβείο Ιατρικής Lasker 1946)
Philip Levine (Βραβευμένος με Βραβείο Ιατρικής Lasker 1946)

Το κυκλοφορικό μας σύστημα είναι το καλύτερο μεταφορικό σύστημα του κόσμου. Διακινεί 5 λίτρα αίματος το λεπτό και 7.200 λίτρα το εικοσιτετράωρο. Έχει μήκος περισσότερο από το διπλάσιο της περιφέρειας της γης και επιπλέον παράγει μόνο του το διακινούμενο υλικό, αντικαθιστώντας συνεχώς τα γερασμένα κύτταρα του αίματος με νέα που προέρχονται από τα αιμοποιητικά όργανα.

Το πρώτο σοβαρό κεφάλαιο στην ιστορία της ιατρικής για την κυκλοφορία του αίματος γράφτηκε το 1628 από τον Ουίλιαμ Χάρβεϊ. Η επόμενη ισάξια ανακάλυψη θα γίνει το 1900 από τον παθολογοανατόμο της Βιέννης Καρλ Λαντστάινερ: είναι η ανακάλυψη των ομάδων του αίματος. Ο Χάρβεϊ είχε ανατρέψει τις απόψεις των οπαδών του Γαληνού για την κυκλοφορία του αίματος. Ο Μαλπίγγι είχε ανακαλύψει τα τριχοειδή αγγεία. Ο Λέβενχουκ είχε περιγράψει, στις περίφημες επιστολές του προς τη Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου, από το 1678 και πέρα, και είχε μετρήσει με καταπληκτική ακρίβεια τη διάμετρο «των σφαιριδίων που δίνουν στο αίμα μας το ροδοκόκκινο χρώμα του». Από το 1870 είχαν αρχίσει να θεωρούν το αίμα εναιώρημα κυτταρικών στοιχείων. Ο Έρλιχ ανακάλυψε ότι τα ερυθρά αιμοσφαίρια είναι το τελικό στάδιο του μετασχηματισμού κυττάρων που παράγονται αλλά και απέδειξε ότι τα λευκά αιμοσφαίρια δημιουργούνται στο μυελό των οστών και τα λεμφογάγγλια. Από τις πρώτες αυτές εργασίες αναπτύχθηκε όλη η σύγχρονη αιματολογία.

Σύντομα το αίμα απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους παθολόγους, τους χημικούς και τους φυσιολόγους. Τι 1895 ο Βέλγος Ζιλ Μπορντέ (1870-1961) ανακάλυψε την ικανότητα του πλάσματος του αίματος να συγκολλά τα ξένα ερυθρά αιμοσφαίρια. Η ανακάλυψη αυτή ήταν το κλειδί της ερμηνείας των αιτίων του κυκλοφορικού «collapses» που παρουσιαζόταν όταν σ’ ένα ζώο γινόταν μετάγγιση αίματος από άλλο είδος ζώου: τα ξένα ερυθρά αιμοσφαίρια πάθαιναν συγκόλληση μέσα στα αιμοφόρα αγγεία του λήπτη.
Μερικά χρόνια αργότερα (1901) ο Καρλ Λαντστάινερ νεαρός παθολόγος της Ιατρικής Σχολής της Βιέννης (όπου είχε γεννηθεί το 1868) ανακάλυπτε ότι το φαινόμενο αυτό μπορεί να συμβεί και μεταξύ δύο ανθρώπων: το πλάσμα του αίματος ορισμένων ανθρώπων συγκολλούσε τα ερυθρά αιμοσφαίρια μερικών άλλων ατόμων και όχι μόνο των ζώων. Σχεδόν συγχρόνως ο Ρισέ ανακάλυπτε το φαινόμενο της αναφυλαξίας στο σκύλο «Ποσειδών».
Ο Λαντστάινερ συνέλαβε την ιδέα να φέρει σε επαφή ερυθρά αιμοσφαίρια ενός ανθρώπου με τον ορό του αίματος ενός άλλου. Όπως γράφει στο ημερολόγιό του: «μερικές φορές τα σωματίδια συγκολλούνται, ενώ άλλες φορές το φαινόμενο δεν παρουσιάζεται. Μήπως γιατί κάποιος από τους αιμοδότες είναι άρρωστος ή όχι φυσιολογικός;».

Πήρε τότε αίμα από όλους τους βοηθούς του εργαστηρίου του και μετά από μακρά σειρά πειραμάτων ανακάλυψε 4 τουλάχιστον τύπους αίματος: Γράφει και πάλι: «Αυτό σημαίνει ότι το αίμα δεν είναι το ίδιο σε όλους τους ανθρώπους, αλλά διαφέρει φυσιολογικά λόγω της παρουσίας ή της απουσίας ορισμένων ιδιοσυστατικών ιδιοτήτων, με βάση τις οποίες μπορούμε να χωρίσουμε τα άτομα σε καλώς καθορισμένες και αμετάβλητες ομάδες».

Το πρόβλημα των δυσάρεστων συνεπειών των μεταγγίσεων αίματος από άτομο σε άτομο του ίδιου είδους, που απασχολούσε τον ιατρικό κόσμο επί δύο αιώνες, είχε λυθεί. Ήταν η ασυμβατότητα του αίματος που συγκολλούσε τα ερυθρά αιμοσφαίρια του δότη: οι θρόμβοι που σχηματίζονταν έτσι οδηγούντο από την κυκλοφορία στα μικρά αγγεία του εγκεφάλου ή των πνευμόνων και τα έφραζαν.
Έμενε το πρόβλημα που είχε μείνει αναπάντητο από τον Ρισέ. Πώς το αίμα ενός ατόμου αναγνωρίζει το ξένο αίμα; Και πώς το αίμα ενός ανοσοποιημένου ατόμου αναγνωρίζει το μικρόβιο που το είχε προηγουμένως μολύνει;
Από την αρχαιότητα ήταν γνωστό ότι άτομα που είχαν περάσει νόσους, όπως η ευλογιά ή η ιλαρά, δεν αρρώσταιναν δεύτερη φορά από αυτές. Ο δαμαλισμός υπήρξε στη συνέχεια ένα σπουδαίο γεγονός στον τομέα αυτόν. Η μέθοδος του Τζένερ βρήκε την πανηγυρική της επιβεβαίωση στα εμβόλια του Παστέρ. Το πρόβλημα έγινε πλέον αντικείμενο σοβαρής μελέτης.

Ο Μπέρινγκ, ανακαλύπτοντας τη δυνατότητα της παθητικής ανοσοποίησης κατά του τετάνου και της διφθερίτιδας με ορό ζώων που είχαν περάσει τις νόσους, απέδειξε ότι το φαινόμενο οφείλεται στις αντιτοξίνες του αίματος των ανοσοποιημένων ζώων: οι τοξίνες των μικροβίων είχαν ενεργήσει ως αντιγόνα, παράγοντας ουσίες που τις εξουδετέρωναν τα αντισώματα. «Μήπως αυτό είναι το κλειδί του φαινομένου της συγκόλλησης;» διερωτάται ο Λαντστάινερ.

Ο Έρλιχ διατύπωσε τότε μια περίεργη θεωρία: τα αιμοσφαίρια και το πλάσμα του αίματος διαθέτουν κλειδιά και κλειδαριές διαφόρων τύπων. «Μέσα στο αίμα ενός δότη, ποτέ δε αντιστοιχεί φυσιολογικά το κλειδί στην κλειδαριά. Αλλά όταν γίνεται ανάμειξη που κάνει να συμπίπτει το κλειδί με την κλειδαριά, αποδεσμεύονται οι μηχανισμοί και παρουσιάζονται τα φαινόμενα της συγκόλλησης». Ο Έρλιχ υπονοεί ότι τέσσερα είδη «κλειδιών» και άλλα τόσα «κλειδαριών», ενώ ο Λαντστάινερ αποδεικνύει με τα πειράματά του ότι αρκούν δύο ομάδες «κλειδιών» και άλλες τόσες «κλειδαριών» για να εξηγήσουν τα φαινόμενα της συγκόλλησης. Διακρίνει 4 ομάδες αίματος και τις ονομάζει Α, Β, ΑΒ και Ο (μηδέν).

Εμβαθύνοντας στα προβλήματα της ανοσίας, αποδεικνύει την ύπαρξη νέων ουσιών, άγνωστων στη φύση, που το αίμα μπορεί να μάθει να τις αναγνωρίζει με ένα μηχανισμό που εξαρτάται από τη χημική σύνθεση των ουσιών που υπάρχουν στο αίμα. Ο ορός του αίματος του λήπτη περιέχει αντισώματα, «συγκολλητίνες», που αντιδρούν ειδικά με τα αντιγόνα, «συγκολλητινογόνα», που υπάρχουν στα ερυθρά αιμοσφαίρια του δότη. Ο σχηματισμός των συγκολλητινών είναι φυσιολογικό φαινόμενο που γίνεται κάτω από ορισμένες συνθήκες πιο έντονο. Εκτός από τις «αντιτοξίνες» που εξουδετερώνουν τις τοξίνες των μικροβίων, υπάρχουν ακόμα «ιζηματίνες», που προκαλούν την καθίζηση ορισμένων πρωτεϊνών, «λυσίνες» που προκαλούν τη διάλυσή τους και οι «συγκολλητίνες» που αναφέραμε. Ενώ όμως για την παραγωγή των αντισωμάτων αυτών απαιτείται ευαισθητοποίηση του ατόμου, όταν πρόκειται για τις ομάδες του αίματος τα αντισώματα υπάρχουν από την αρχή.

Η κληρονομικότητα των ομάδων του αίματος ακολουθεί τους νόμους του Μέντελ. Η διαπίστωση αυτή έχει την εξής αξία: όπως όταν γνωρίζουμε τις ομάδες αίματος των γονέων μπορούμε να καθορίσουμε με απόλυτη ακρίβεια την ομάδα του νεογέννητου, μπορούμε να προσδιορίσουμε και σε ποιες ομάδες «δεν» μπορεί να ανήκει. Η ιατροδικαστική, αξιοποιώντας το δεδομένο αυτό, μπορεί να αποφανθεί όχι ότι ένα παιδί προέρχεται από τον τάδε πατέρα, αλλά ότι αποκλείεται να είναι παιδί του δείνα πατέρα. Το ποσοστό στο οποίο μπορεί να φτάσει η δυνατότητα αποκλεισμού της πατρότητας έφτασε σε υψηλά επίπεδα χάρις στην ανακάλυψη πολλών ομάδων και υποομάδων αίματος.
Χιλιάδες παρατηρήσεις απέδειξαν ότι η ομάδα του αίματος είναι σταθερός χαρακτήρας του ατόμου που δεν μεταβάλλεται από καμιά παθολογική κατάσταση. Είναι στοιχείο ταυτότητας όπως τα δακτυλικά αποτυπώματα, που τίποτα δεν μπορεί να το αλλοιώσει εφόρου ζωής.
Λίγα χρόνια μετά την ανακάλυψη του Λαντστάινερ αποκαλύπτεται ότι η κατανομή των ομάδων του αίματος διαφέρει από φυλή σε φυλή. Όχι ότι υπάρχουν ειδικές φυλετικές ομάδες αίματος, αλλά ότι το ποσοστό που κατέχει κάθε μια μέσα στο σύνολο ενός πληθυσμού, είναι χαρακτηριστικό για τον πληθυσμό αυτό.

Ο Λαντστάινερ συνεχίζει από το 1923 τις έρευνές του στο Ινστιτούτο Rockefeller της Νέας Υόρκης. Εκεί ανακάλυψε την ύπαρξη των παραγόντων Μ και Ν και το 1940, σε συνεργασία με τον Βίνερ, τον παράγοντα «Rhesus», που πήρε το όνομά από ένα είδος πιθήκου της Ινδίας, τον «Macacus rhesus», που πρώτος χρησιμοποιήθηκε στα πειράματα αυτά. Η σημασία της ανακάλυψης του παράγοντα «Rh» είχε θεωρηθεί στην αρχή ακαδημαϊκής φύσης.

Το 1930 ο Λαντστάινερ πήρε το Βραβείο Νόμπελ. Στη συνέχεια οι μελέτες του στρέφονται, σε συνεργασία με το μαθητή του Αλεξάντερ Βίνερ, προς τις ομάδες αίματος των πιθήκων, για να διαλευκανθούν ορισμένα ζωολογικά και ανθρωπολογικά προβλήματα.

Μετά την ανακάλυψη των ομάδων αίματος, δεν έπρεπε πια να παρουσιάζονται φαινόμενα συγκόλλησης όταν γίνονταν μεταγγίσεις αίματος της ίδιας ομάδας με το αίμα του λήπτη. Κι όμως αυτό συνέβαινε σ’ ένα ποσοστό 2 τοις χιλίοις. Το κλειδί του αινίγματος ήταν ο παράγοντας «Rh».
Εκεί, στο Ινστιτούτο Rockefeller, οι δυο ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο ορός του αίματος του κουνελιού που μόλις συγκολλούσε τα ερυθρά αιμοσφαίρια του πιθήκου Rhesus, τα συγκολλούσε πολύ πιο έντονα ύστερα από μια μετάγγιση αίματος του πιθήκου στο κουνέλι. Ο ορός αντι-Rhesus που δημιουργήθηκε έτσι, μπορούσε να συγκολλήσει και το αίμα ορισμένων ανθρώπων. Με τη βοήθειά του διαπιστώθηκε ότι σε 100 άτομα, τα 85 είναι Rhesus θετικά (Rh+), που η ανάμειξη του αίματός τους με αίμα Rhesus αρνητικό (Rh-) προκαλούσε τα φαινόμενα της ασυμβατότητας που είχαν παρατηρήσει οι Λαντστάινερ και Βίνερ. Για την αποφυγή, συνεπώς, των συμβάντων αυτών, έπρεπε πριν από κάθε μετάγγιση να γίνεται εκτός από τον προσδιορισμό της ομάδας αίματος και η ανίχνευση του παράγοντα Rhesus.
Η γνώση του παράγοντα Rhesus επέτρεψε στον Φίλιπ Λέβιν να ανακαλύψει το αίτιο της «αιμολυτικής νόσου των νεογνών». Αυτή παρουσιάζεται όταν η γυναίκα Rhesus αρνητική (Rh–) συλλάβει παιδί με άνδρα Rhesus θετικό (Rh+). Στη διάρκεια της εγκυμοσύνης συμβαίνει μερικά ερυθρά αιμοσφαίρια του εμβρύου να περάσουν στην κυκλοφορία της μητέρας. Ο οργανισμός της παράγει τότε αντισώματα αντί-Rh, που μπαίνοντας στη συνέχεια στην κυκλοφορία του εμβρύου, προκαλούν στο αίμα του το φαινόμενο της αιμολυσίας.Ο Καρλ Λαντστάινερ πέθανε το 1943, όταν στα πεδία των μαχών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου χιλιάδες ανθρώπινες ζωές σώζονταν με τις μεταγγίσεις αίματος που έκαναν δυνατές οι ανακαλύψεις του.


tzi_binias – Δευ, 21 Νοε 11, 23:38

tous ta eksigises kala, ante na mathoun mpalitsa, pou 8amilisoun gia ton pasparogato

Integral – Τρι, 22 Νοε 11, 01:04

Ιρλανδο-Εβραίος (μητέρα-Εβραία,πατέρας-Ιρλανδός) John McCarthy (September 4, 1927 – October 24, 2011)
Ο δημιουργός της γλώσσας προγραμματισμού Lisp και ένας από τους πρωτοπόρους στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης (AI, Ο όρος «τεχνητή νοημοσύνη» επινοήθηκε στη δεκαετία του ΄50 από τον ίδιο).

Βραβεία και τιμητικές διακρίσεις:
● Turing Award from the Association for Computing Machinery (1971).
● Kyoto Prize (1988).
● National Medal of Science (USA) in Mathematical, Statistical, and Computational Sciences (1991).
● Inducted as a Fellow of the Computer History Museum (1999)
● Benjamin Franklin Medal in Computer and Cognitive Science from the Franklin Institute (2003).
● Inducted into IEEE Intelligent Systems' AI's Hall of Fame (2011), for the "significant contributions to the field of AI and intelligent systems".

Η LISP είναι µια από τις παλαιότερες γλώσσες προγραµµατισµού. ∆ηµιουργήθηκε
στο τέλος της δεκαετίας του ’50 από τον John McCarthy, έναν από τους πρωτεργάτες
του επιστηµονικού πεδίου της Τεχνητής Νοηµοσύνης. Ανήκει στην κατηγορία των
λεγόµενων συναρτησιακών γλωσσών (functional languages), στηρίζεται δηλ. στη
µαθηµατική θεωρία των αναδροµικών συναρτήσεων.

Βασικη δοµή δεδοµένων στη LISP είναι η λίστα, απ’ όπου πήρε και το όνοµά της
(LISt Processing). ∆ηλ. οι επεξεργασίες σ’ ένα πρόγραµµα LISP είναι κατά βαση
επεξεργασίες λιστών. ∆εδοµένου δε ότι µια λίστα µπορεί να περιέχει σύµβολα ή
συµβολικές δοµές, η LISP είναι κατάλληλη για επεξεργασία συµβόλων και
συµβολικών δοµών, δηλ. γι’ αυτό που ονοµάζουµε συµβολικό υπολογισµό (symbolic
computation). Ενώ ο αριθµητικός υπολογισµός (arithmetic computation) βασίζεται σε
αριθµητικές πράξεις, ο συµβολικός υπολογισµός αναφέρεται στη δηµιουργία και
διαχείριση συµβολικών δοµών. Αυτός είναι ο λόγος που η LISP έγινε (και είναι) η
δηµοφιλέστερη γλώσσα στην επιστηµονική κοινότητα της Τεχνητής Νοηµοσύνης
(ΤΝ). Οι περισσότερες εφαρµογές ΤΝ είναι γραµµένες (τουλάχιστον το πρωτότυπό
τους) σε LISP. Η LISP είναι από τα βασικά εφόδια γι’ αυτό που ονοµάζεται ευφυής
προγραµµατισµός (AI programming).


HermanToothrot – Τρι, 22 Νοε 11, 17:45

HermanToothrotΔευτέρα, 21 Νοε. 2011, 00:57
ρε φιλε σε εχω ρωτησει κατι απο την πρωτη σελιδα και δεν μου εχεις απαντησει
εισαι εβραιος?

κατι ρωτησα ομως

Κ.Δ.Ω.Α warriors
καντε τακλιν στην καρωτιδα του τυπου που κανει ζαπινγκ

Σελίδα: 1, 2, 3